| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| standard n | (criterion) | προδιαγραφή ουσ θηλ |
| | | πρότυπο ουσ ουδ |
| | | στάνταρ, στάνταρτ ουσ ουδ άκλ |
| | (θεωρητικές επιστήμες) | νόρμα ουσ θηλ |
| | The building standards in California require strength against earthquakes. |
| | Τα οικοδομικά πρότυπα στην Καλιφόρνια απαιτούν ισχυρή αντισεισμική προστασία. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το αυτοκίνητο είναι κατασκευασμένο με βάση τα γερμανικά στάνταρ. |
| standard n | (level of quality) | επίπεδο ουσ ουδ |
| | (καθομιλουμένη, μτφ) | στάνταρ ουσ ουδ άκλ |
| | You must do the work to a high standard. |
| | Η δουλειά σου πρέπει να είναι υψηλού επιπέδου. |
| | Η δουλειά σου πρέπει να γίνει με υψηλά στάνταρ. |
| standard adj | (normal, average) | κανονικός, απλός, μέσος επίθ |
| | | συμβατικός επίθ |
| | It is just a standard hammer - nothing special. |
| | Ένα κανονικό (or: απλό) σφυρί είναι, τίποτα το ιδιαίτερο. |
| standards npl | (morals, ethics) | ήθος ουσ ουδ |
| | | ηθική ουσ θηλ |
| | (μεταφορικά) | αξίες ουσ θηλ πλ |
| | The politician was not known for his high standards. |
| | Ο πολιτικός δεν φημιζόταν για τις υψηλές του αξίες. |
| standard adj | (widely recognized and used) | τυπικός, συνήθης επίθ |
| | | κοινά αποδεκτός φρ ως επίθ |
| | | καθιερωμένος, συνηθισμένος μτχ πρκ |
| | (για μονάδες μέτρησης) | πρότυπος επίθ |
| | A litre is a standard unit of measure. |
| | Το λίτρο είναι μια πρότυπη μονάδα μέτρησης. |
| standard adj | (customary) | συνήθης επίθ |
| | | συνηθισμένος, καθιερωμένος μτχ πρκ |
| | (καθομιλουμένη) | στάνταρ, στάνταρτ επίθ άκλ |
| | The standard way of doing things didn't apply to this problem. |
| | Η συνήθης προσέγγιση δεν ισχύει για αυτό το πρόβλημα. |
| standard adj | (language: officially accepted usage) | επίσημος επίθ |
| | The children are required to use standard English in class - no slang. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| standard adj | (of recognized quality) | επίσημος επίθ |
| | | καθιερωμένος μτχ πρκ |
| | | αναγνωρισμένος μτχ πρκ |
| | This is the standard textbook for students wanting to attain an advanced level of English. |
| standard n | (normal rate) | σύνηθες, αναμενόμενο επίθ ως ουσ ουδ |
| | (ρυθμός, ταχύτητα κλπ) | συνήθης, αναμενόμενος επίθ |
| | (καθομιλουμένη) | στάνταρ, στάνταρτ ουσ ουδ άκλ |
| | 100 pieces per hour is the standard for this type of work. |
| | Για αυτού του είδους τη δουλειά, το σύνηθες είναι 100 κομμάτια την ώρα. |
| | Για αυτού του είδους τη δουλειά, ο συνήθης ρυθμός είναι 100 κομμάτια την ώρα. |
| standard n | (enduringly popular piece of music) | διαχρονική επιτυχία επίθ + ουσ θηλ |
| | | κλασικό κομμάτι επίθ + ουσ ουδ |
| | That song is an old standard. |
| standard n | (military flag) | σημαία ουσ θηλ |
| | (όχι χώρας) | λάβαρο ουσ ουδ |
| | The soldier raised the standard high. |
| standard n | (accepted example) | πρότυπο, υπόδειγμα ουσ ουδ |
| | You should use this as the standard to work to. |
| Σύνθετοι τύποι: |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| below standard adj | (inferior to expectations) | χαμηλότερος από τις απαιτήσεις περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | κάτω από τα στάνταρ περίφρ |
| | Sorry, we're going to fire you. Your work has been below standard. |
| bog-standard adj | UK, informal (basic, ordinary) | απλός επίθ |
| | | τίποτα το ιδιαίτερο έκφρ |
| | | τυπικός επίθ |
| by any standard adv | (by no matter what measure) | σε κάθε περίπτωση έκφρ |
| Central Standard Time n | (time zone) (ζώνη ώρας) | κεντρική χειμερινή ώρα φρ ως ουσ θηλ |
| | | CST ουσ θηλ άκλ |
| CST n | initialism (Central Standard Time) | μη διαθέσιμη μετάφραση |
| double standard n | (principle applied unfairly) | δύο μέτρα και δύο σταθμά ουσ ουδ πλ |
| | It's another instance of the double standard that praises promiscuous men and denigrates promiscuous women. |
| Eastern Standard Time n | (standard time in eastern US) | Ανατολική Ζώνη ώρας φρ ως ουσ θηλ |
| Eastern Standard Time adv | (at standard time in eastern US) | στην Ανατολική Ζώνη ώρας περίφρ |
| EST n | initialism (Eastern Standard Time) | Ανατολική Επίσημη Ώρα φρ ως ουσ θηλ |
| | | EST ουσ θηλ άκλ |
| | Midday EST is 5 pm GMT. |
| | 12:00 μ.μ. EST (or: Ανατολική Επίσημη Ώρα) σημαίνει 5 μ.μ GMT. |
floor lamp (US), standard lamp (UK) n | (standing lamp) | λάμπα δαπέδου φρ ως ουσ θηλ |
| | | φωτιστικό δαπέδου φρ ως ουσ ουδ |
| gold standard n | historical (law: monetary system) | χρυσός κανόνας, κανόνας χρυσού φρ ως ουσ αρσ |
gold standard, the gold standard, a gold standard n | figurative (supreme example of [sth]) | ο χρυσός κανόνας φρ ως ουσ αρσ |
| | This company serves as the gold standard for how employers should treat their employees. |
| high standard of living n | (material comfort) | υψηλό βιοτικό επίπεδο έκφρ |
| living standard | (level of comfort in everyday life) | βιοτικό επίπεδο επίθ + ουσ ουδ |
| Mountain Standard Time n | (7 hours behind Greenwich Mean Time) (ζώνη ώρας) | τυπική ορεινή ώρα φρ ως ουσ θηλ |
| MST n | initialism (Mountain Standard Time) (ζώνη ώρας) | MST ουσ θηλ άκλ |
nonstandard, non-standard adj | (not conventional or normal) | άτυπος επίθ |
| | | μη τυπικός, συνηθισμένος |
| Pacific Standard Time n | (8 hours behind Greenwich Mean Time) | Χειμερινή Ώρα Ειρηνικού περίφρ |
| PST n | initialism (Pacific Standard Time) | Χειμερινή Ώρα Ειρηνικού φρ ως ουσ θηλ |
| | | Επίσημη Ώρα Ειρηνικού φρ ως ουσ θηλ |
| RSV n | written, initialism (Revised Standard Version) | Αναθεωρημένη Στερεότυπη Μετάφραση φρ ως ουσ θηλ |
schnauzer, standard schnauzer n | (breed of German dog) (ράτσα σκύλου) | σνάουτσερ ουσ ουδ άκλ |
| Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο |
standard bearer, standard-bearer n | (military: person who carries a flag) | σημαιοφόρος ουσ αρσ/θηλ |
standard bearer, standard-bearer n | figurative (person who represents [sth]) | εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος ουσ αρσ/θηλ |
standard behavior (US), standard behaviour (UK) n | (what is normally done) | τυπική συμπεριφορά φρ ως ουσ θηλ |
| standard cost n | (usual or average price) | μέση/συνήθης τιμή έκφρ |
| standard deduction n | (amount of tax-deductible income) (φορολογία) | πάγια έκπτωση φρ ως ουσ θηλ |
| standard deviation n | (amount of variability) | τυπική απόκλιση επίθ + ουσ θηλ |
| Standard Disclaimer n | (statement of non-responsibility) | στερεότυπη δήλωση αποποίησης ευθύνης φρ ως ουσ θηλ |
| standard error n | (statistics: deviation, variance) (στατιστική) | τυπικό σφάλμα φρ ως ουσ ουδ |
| standard form n | (concise format for large numbers) (μαθηματικά) | τυποποιημένη μορφή φρ ως ουσ θηλ |
| standard gauge n | (normal width of railway track) | κοινό πλάτος/εύρος ράγας έκφρ |
| standard language n | (official dialect) | επίσημη γλώσσα/διάλεκτος έκφρ |
| standard of care n | (expected course of medical treatment) | καθιερωμένη φροντίδα φρ ως ουσ θηλ |
standard of living, living standard n | (degree of material comfort) | βιοτικό επίπεδο έκφρ |
| | When I lost my job, my standard of living plummeted. |
standard operating procedure, standing operating procedure n | (normal working practice) (έμφαση στην τυποποίηση) | τυποποιημένη διαδικασία, πρότυπη διαδικασία επίθ + ουσ θηλ |
| | | τυποποιημένη λειτουργική διαδικασία, πρότυπη λειτουργική διαδικασία περίφρ |
| | (έμφαση στη συχνότητα) | τυπική διαδικασία επίθ + ουσ θηλ |
| | | καθιερωμένη διαδικασία επίθ + ουσ θηλ |
| standard poodle n | (breed of domestic dog) | πουντλ μεγάλου μεγέθους, κανίς μεγάλου μεγέθους περίφρ |
| | | κανονικό πουντλ, κανονικό κανίς φρ ως ουσ ουδ |
| standard terms npl | (usual conditions applied to [sth]) | τυποποιημένοι όροι φρ ως ουσ αρσ πλ |
| standard time n | (official time zone) | επίσημη ώρα, πρότυπη ώρα επίθ + ουσ θηλ |
| standard time to do [sth] n | (usual period required to do [sth]) | ο συνήθης χρόνος που απαιτείται έκφρ |
| | (διαδικασίας) | συνήθης διάρκεια, τυπική διάρκεια επίθ + ουσ θηλ |
| | The standard time to approve a visa is 6 weeks. |
| standard-issue adj | (typically given) | συνηθισμένος, καθιερωμένος επίθ |
| | (καθομιλουμένη) | στανταράκι ουσ ουδ άκλ |
| standard-setter n | (person: establishes norm, levels) | υπεύθυνος καθορισμού προτύπων περίφρ |
| up to standard adj | (acceptably good) | καλούτσικος επίθ |
| Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, υποκοριστικό του καλός |